φέσα

φέσα
η большая феска

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "φέσα" в других словарях:

  • φέσα — η, Ν (ως μεγεθ τού φέσι) μεγάλο ή ψηλό φέσι, φεσάρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < φέσι + μεγεθ. κατάλ. α (πρβλ. κεφάλ α)] …   Dictionary of Greek

  • φεσάρα — η, Ν 1. φέσα 2. μτφ. μεγάλο ανεξόφλητο χρέος. [ΕΤΥΜΟΛ. < φέσι + μεγεθ. κατάλ. άρα (πρβλ. ποδ άρα)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»